γούνατα

γούνατα, [full] γούνασι, [dialect] Ep. [full] γούνεσσι, etc.,
A v. γόνυ.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γούνατα — γόνυ knee neut acc pl (epic ionic) γόνυ knee neut nom pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γούναθ' — γούνατα , γόνυ knee neut acc pl (epic ionic) γούνατα , γόνυ knee neut nom pl (epic ionic) γούνατι , γόνυ knee neut dat sg (epic ionic) γούνατε , γόνυ knee neut acc dual (epic ionic) γούνατε , γόνυ knee neut nom dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γούνατ' — γούνατα , γόνυ knee neut acc pl (epic ionic) γούνατα , γόνυ knee neut nom pl (epic ionic) γούνατι , γόνυ knee neut dat sg (epic ionic) γούνατε , γόνυ knee neut acc dual (epic ionic) γούνατε , γόνυ knee neut nom dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SIRIUS — I. SIRIUS Thebanorum in Aegypto Regum, iuxta Eratosthenem, undecimus, dictus quasi γ῾ιὸς κόῤῤης, Silius genae; alias Α᾿βάσκαντος, cui nemo invidet: excepit Anoyphen, regnavit ann. 18. ac successorem habuit Chnubum Gneurum, vide Ioh. Marshamum Can …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek

  • λύνω — και λύω και λυώ (AM λύω, Μ και λύνω και λυῶ) 1. ανοίγω ή χαλαρώνω κάτι δεμένο, αφαιρώ τους δεσμούς που συνέχουν ένα πράγμα, ξεδένω, ξελύνω, ξεζώνω, ξεκρεμώ (α. «δεν μπορώ να λύσω αυτόν τον κόμπο» β. «οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῡσαι τὸν ἱμάντα τῶν… …   Dictionary of Greek

  • υπερικταίνομαι — Α (επικ. τ.) κινούμαι με υπερβολική ταχύτητα («γούνατα δ ἐρρώσαντο, πόδες δ ὑπερικταίνοντο», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. απαντά σε χωρίο τής Οδύσσειας και ερμηνεύεται από τους μελετητές με διάφορους τρόπους. Κατά μία άποψη, το ρ. είναι σύνθ. από το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.